Ανάληψη και ευθύνη δράσης
Ο κουρέας μπορεί να κουρέψει τον εαυτό του. Από την άλλη, ο νεκροθάφτης δεν θάβει τον εαυτό του.
Θα αυθαιρετήσω, προκειμένου να υποστηρίξω πως το παραπάνω παράδειγμα στοιχειοθετεί αυταπόδεικτα την ανθρώπινη δισημία.
Και τρισημία μπορώ να πω, καθώς υπάρχουν και οι κουρείς που θάβουν τους εαυτούς τους, όπως και οι νεκροθάφτες που κουρεύονται μόνοι τους.
Βεβαίως, λένε οι φήμες πως ο γείτονας του κουρέα, πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, μια μέρα είχε κουρέψει τον νεκροθάφτη λίγο πριν ο τελευταίος κάνει μια κάτοψη για το νέο σπίτι του κουρέα.
Λέγεται επίσης πως η πρώτη ξάδερφη του νεκροθάφτη, μια μπάργουμαν που δεν θυμάμαι το όνομά της, έφτιαξε σε όλους τους από ένα ντάκιρι φράουλα κάποιο βράδι που αργότερα έγιναν δύο και περισσότερα, για να μην πω τι έγινε στην συνέχεια, δεν θέλω.
Δεν θυμάμαι τι ξεκίνησα να γράφω, αλλά μου φαίνεται ότι προς στιγμήν είχα κάποιου είδους οίηση και ανάγκη να περιγράψω την ανθρώπινη συμπεριφορά. Μαλακία μου.
Six degrees of separation
Στα πόσα πέναλτι νικιέται ο εφιάλτης;
— pοrt à tif (@to_portatif) March 7, 2012
Ο διαγώνιος ύπνος είναι το πρόσχημα.
— η ιωαννα με το μηδεν (@i0annaA) February 8, 2012
Μια φορά είχα πατήσει το σνουζ τόσο δυνατά που ήρθε το καλοκαίρι.
— βρακί του νταρθ (@to_vraki) March 7, 2012
Ναι, νομίζω πως μερικοί περιμένουν το καλοκαίρι για να κάνει καλύτερη αντίστιξη με την θλίψη τους.
— Βασίλης (@autre) March 28, 2012
Ω τι ωραία μέρα για καμουφλάζ της θλίψης μας (βαράτε καμπάνες)
— lailapse (@lailapse) April 13, 2012
ο ήχος που κάνουν οι άνθρωποι όταν αγαπιούνται
— koiniαν (@koinian) January 15, 2012
Έχω την τάση να ταυτίζω ανθρώπους με σχήματα λόγου και με τη σειρά τους με γεωμετρικά σχήματα.
Αυτός ο διαλεκτικός συγκερασμός δεν γίνεται αθώα, αλλά μάλλον (με ποιόν;) βίαια και με 6 ανάποδα βήματα αιτιάσεων.
Αδυνατώ να βρω κάποιον άλλον τρόπο προκειμένου να αναδιπλωθεί το νόημα από το ξεχείλισμα του ποτηριού της σε εμένα – και τελικά στην απομάγευση των νοημάτων.
Κατά τ’άλλα αισθάνομαι, ότι ψυχορραγούν μόνο όσοι χρησιμοποιούν το πένθος για να συγγενέψουν με το μηδέν.
Δηλαδή εμείς : Τα τυχερά νεύματα.
Session #52: New York, November 8, 1944
Στην εποχή των παράδοξων διαιρέσεων, υπήρχε κάποιος ευθύς άνθρωπος ο οποίος έλεγε τις κυριολεξίες αφαιρώντας την οκνηρία των, ή όπως επικράτησε στην εποχή μας με το όνομά τους, ή για κάποιους δεν μασούσε τα λόγια του.
Δεν επιθυμούσε δηλαδή να κρύβεται πίσω από τις λέξεις, ή τις φράσεις και να εκφράζει κατευθείαν αυτό που ήθελε.
Φαίνεται όμως πως τα συμβεβηκότα είχαν ισχυρές αντιρρήσεις απέναντι στο κατευθείαν, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως η ευθεία κατεύθυνση δεν είναι παρά μια γεωδεσιακή τρόπον τινά, σε χώρο θετικής ολικής καμπυλότητας.
Ο άνθρωπος της ιστορίας μας με την Αγγελική μορφή, συχνά πυκνά παραδιδόταν στις ενστάσεις των συμβεβηκότων με την υστερόβουλη σκέψη ότι κάπου, κάποτε, τα τεκμήρια του επιλόγου θα του χαρίσουν – επιτέλους – τη γραμματική του Προσωρινού.
Αυτές οι περιοδικές υποχωρήσεις όμως θέριεψαν, έγιναν οξύμωρα και άναρθρες κραυγές και άρα μια συγκαταβατικότητα της οικονομίας μιας κάποιας εμβρίθειας.
Όπως σε όλες τις ιστορίες όμως, έτσι και σ’αυτή οι πρωταγωνιστές της στο τέλος τρώνε τις σάρκες τους και σε ό,τι έχει εμφιλοχωρήσει σε αυτές, δηλαδή το διαφεύγον, το μι μινόρε, τρία γλυκά από το ζαχαροπλαστείο, ένα φωτοστέφανο και έναΝ ίλιγγο.
Και γράφω πρωταγωνιστές, διότι ιστορία με έναν άνθρωπο μόνο δεν έχει γραφτεί ακόμα και ούτε πρόκειται. Ας μην γελιόμαστε.
Through me
Η πείνα για το τίποτα ξεθυμαίνει από μόνη της, νωχελικώ τω τρόπω.
Εκεί δηλαδή που τρέμεις από φόβο στη σκέψη κάποιου υποδόριου απείρου, με κάποιο ρεμβασμό, ράθυμα, διαπιστώνεις ότι φύτρωσες εκεί που δεν σε έσπειραν.
Και τότε τι γίνεται; Θα νικήσει το προϋποτιθέμενο νόημα το δεδηλωμένο, ή τσάμπα η εκφορά ρίχνει κι από κανένα συμφραζόμενο στην σημασία;
Ο ποιητής εδώ ισχυρίζεται πως η σύγκρουση πρέπει να γίνει αμέσως:
Το δράμα όμως (και όπως έχω υποσχεθεί μιαν άλλη φορά θα μιλήσω για το δράμα) είναι πως ο ποιητής δεν είχε διαβάσει ποτέ Carl von Clausewitz.
Όπως αναφέρεται στο Περί πολέμου, το «μέγιστο στιγμιότυπο» του πενθείν εδράζεται στην ερατεινή αντανάκλαση μίας εκ των δυνητικών μορφών Της.
Ως εκ τούτου αυτή η λαγνεία των αναλογιών αμβλύνει την πραγματικότητα της γλάστρας και άρα το κλάσμα της στιγμής της τέρψης διαρκεί όσο από εδώ έως τους αμπελόκηπους, δηλαδή αιώνες.
Πολλοί λένε πως η αντιδιαστολή είναι φερέφωνο της δικαιοδοσίας της ενάργειας, αλλά έχω λόγους να μην πιστεύω τίποτα παρά το πρωθύστερο βλέμμα.
Το πρόβλημα του φλας (ή περί του ΚΕΚ)
Το φλας είναι έναν σημαίνον και η αλλαγή πορείας το σημαινόμενο, κυρίως επειδή το λέω εγώ.
Νομοτελειακά λοιπόν, η πρόθεση της ερμηνείας του φλας είναι κι αυτή ένα σημείο και μάλιστα φορτισμένο αυθαίρετα, αφόρτιστο, φορτισμένο, αφόρτιστο, φορτισμένο, αφόρτιστο, φορτισμένο, στροφή.
Φανταστείτε έναν άνθρωπο ο οποίος έχει αποδεχθεί και εφαρμόζει έναν ιδιαίτερο κώδικα, με τον οποίο στην πρόθεσή του να στρίψει δεξιά ανάβει προηγουμένως το αριστερό φλας και ανάποδα.
Είναι στατιστικά βέβαιο ότι κάποια στιγμή στην πορεία του θα τρακάρει. Για δύο λόγους: Ο πρώτος είναι ότι θα ερμηνεύσει λάθος το φλας των υπόλοιπων οδηγών και ο δεύτερος επειδή θα τον ερμηνεύσουν λάθος οι υπόλοιποι.
Ακόμα κι αν υπήρχαν αρκετοί οδηγοί τριγύρω με την ίδια συλλογιστική, το χάος θα ήταν βέβαιο καθώς είναι σε ισχύ ο kek (για ασυντομία: κώδικας ερωτικής κυκλοφορίας) παντού*.
Σύμφωνα με τον kek και ειδικά στην παράγραφο περί «who’s gonna drive you home tonight«, it’s fine; L2P.
Ο άνθρωπος του παραδείγματός μας όμως δεν είναι και κανένας αδαής. Εκλέγει απλά να υιοθετήσει κάποιον διαφορετικό κώδικα προς λΕΙπΕΙ της στατιστικής.
Και ποιοί είμαστε εξάλλου εμείς να τον κρίνουμε; Σάμπως εμείς δεν έχουμε γρατζουνιές στα αυτοκίνητά μας; Ή κάθε φορά που τρακάρουμε δεν αποφαινόμαστε κάτι βαρύγδουπο και μετά με νέα φόρα καβαλάμε τις λωρίδες τέρμα γκάζια;
Και στο κάτω κάτω δεν μας αφορά η κριτική ή η πελοποννησιακή, ας μην επικεντρωνόμαστε στις ασάφειες της στατιστικής, ή τις βραδυνές κραυγές του μόνου.
Το θέμα είναι (όχι κατ’ανάγκη να στον είχα μέσα) η εύρεση του κατάλληλου συνεπιβάτη. Δηλαδή όχι και θέμα, είναι η λύση για κάθε είδους πρόβλημα ειδικά για το πρόβλημα του φλας.
Φυσικά η λύση για το πρόβλημα του φλας είναι ένα πρόβλημα εύρεσης συνεπιβάτη και ενδεχομένως η λύση του προβλήματος του συνεπιβάτη να είναι κάποιο άλλο πρόβλημα.
Αποφαίνομαι ότι ο μόνος τρόπος για να μάθουμε είναι να φτηνύνει η τιμή της βενζίνης.
*Βρίσκω αρκετά σημαντικό το ότι σε πολλά μέρη (και ελένη) στον κόΖμο η λέξη «φιλάς» προφέρεται σαν «φλας». Ιένα φιλιάκ διν είν’ δράμα που λέει και το τραγούδι; Αλλά το δράμα είναι το περιεχόμενο μιας άλλης καταχώρησης.
Parasimpaticotonia
Φαίνεται πως όταν αγαπάς και μισείς ταυτόχρονα κάποιον άνθρωπο τόσο δυνατά όσο δεν έχεις νοιώσει ποτέ στη ζωή σου, δεν σου αφήνει μια γλυκόπικρη επίγευση αλλά μια μυρωδιά από τζατζίκι.
Δεν ξέρω, ίσως και να είμαι επηρεαΖμένος από τα χθεσινοβραδυνά σουβλάκια.
Η αρχή της απροσδιοριστίας με γιαούρτι (παραδοσιακές συνταγές)
Στα προβλήματα της ερμηνείας έχουν αναφερθεί στο παρελθόν άλλοι σοφότεροι από εμένα.
Για παράδειγμα, για τους στίχους του Sitting on Top of the World που λένε “If you don’t want my peaches / You’d better stop shaking my tree”, ο Ντεριντά ενδεχομένως να αποδομούσε το δέντρο μέχρι να γίνει κλαδάκι 11 πόντων σε στύση, ο Έκο θα παραπονιόταν για το σάλαγο του σημαινόμενου των μπλουζ και ο Αρανίτσης θα έγραφε άλλο ένα ποίημα για τη Βέρα.
Αλλοκότω τω τρόπω όμως, υπάρχει κάποιο σημείο στο οποίο τέμνονται όλες οι ερμηνείες. Ακούγεται αυταπόδεικτo, όμως δεν είναι και η απόδειξη θα δοθεί στο εγγύς μέλλον εν είδει φόρου τιμής στην όραση του Τειρεσία.
Αυτό το σημείο, έχει τη μορφή της μάσκας. Δεν έχει όνομα, ιδιότητες, ή ενδιαίτημα – αν είχε, θα υπάκουε στην dPx dx > h και αυτό θα το απεχθανόταν.
Κάποτε αυτό το σημείο είχε τον ίμερο να γίνει η λέξη “πριν”.
Τώρα όμως, καταρρέει από το ίδιο του το βάρος.
Ένας, μία, ένα
Δεν καταδικάζω το σήμερα, αλλά τον εαυτό μου που δεν μπορεί να ζήσει μέσα σε αυτό.
Μέσα σε εαυτό.
Με σας, ε, αυτό.
Οψιφανής παρήχηση.
Έχω πλέον πειστεί ότι εγώ, δεν είμαι εγώ, αλλά κάτι άλλο.
Άτιτλο
Το παρακάτω κείμενο συν-έγραψα με την Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν κάποια κρύα νύχτα του Ιούνη. Συνεπώς, οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα και παπαγάλους βαρύνουν κατά 50% την ίδια. Το κείμενο έχει τίτλο: Άτιτλο. Ευχαριστώ.
Η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ρίο Κοραθόν ανακάτεψε την τράπουλα ταρό με τα ροζιασμένα της χέρια κι έριξε μια άγρια ματιά στον παπαγάλο που κουτσουλούσε με αναίδεια το μαξιλάρι της. Το γλυκό φως του πρωινού έλουζε το καραβάνι και οι κόνδορες στην πλαγιά του αμμόλοφου τίναξαν τα φτερά τους.
Η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ρίο Κοραθόν τράβηξε το πρώτο χαρτί.
Ξαφνικά, έξω από την τρύπα που κάποιος μεγαλόθυμος θα ονόμαζε «σπίτι» της, ακούστηκε ένας κρότος.
Η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ρίο Κοραθόν πετάχτηκε έξω, λίγο έντρομη, λίγο ερεθιΖμένη, κρατώντας σφιχτά στο δεξί της χέρι την κάρτα ταρό που δεν πρόλαβε να αναποδογυρίσει.
Έμπλεη τρόμου, η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ρίο Κοραθόν αντικρύζει στην εξώπορτά της το σύνολο όλων των φόβων της. Το χαρτί γλυστρά από το χέρι της και πέφτει κάτω διαγράφοντας μια σπείρα. Κοιτάζει πρώτα τον άντρα απέναντί της, και μετά το χαρτί κάτω.
«Χέι!» της λέει ο Μαντ Μαξ φον Σίντοφ χαμογελώντας στραβά. «Αρ γιου Πεπίτα-Ρίτα Μορένο Μεντόζα Χερέρα;».
Η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ρίο Κοραθόν βάζει το χέρι της αντήλιο και προσπαθεί να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του άντρα, αλλά μάταια.
«Θι» του απαντάει ξεψυχισμένα.
Ο άντρας σκύβει με αργές κινήσεις και σηκώνει το πεσμένο χαρτί, ενώ ακούγεται ο ίδιος παράξενος κρότος από τις κλειδώσεις του.
«Αϊ θινκ δις ιζ γιορς…» της λέει και τινάζει τους κόκκους άμμου από την παλιοκαιρισμένη κάρτα ταρό.
Κρίση. Ή ορισμένοι μύστες την εκλαμβάνουν ως Ανάσταση. Οι κόρες των ματιών της Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ρίο Κοραθόν μεγάλωσαν τόσο πολύ, που αγκάλιασαν το γνωστό σύμπαν και όλες τις πιθανές εκδοχές του με το που είδε την κάρτα.
Ήταν προφανές πως ο Μαντ Μαξ φον Σίντοφ δεν ήταν αυτός που έλεγε πως ήταν, αλλά ήταν η Νέμεσις της Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ρίο Κοραθόν, ο Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ αυτοπροσώπως. Ο άντρας που τόσο είχε αδικήσει όταν ήταν παιδούλα, ο άντρας με το μικρό πέος και την τεράστια καρδιά.
Η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν, προσπάθησε να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του άντρα.
«Κθέρεις να μιλάθ ελληνικά;» τον ρώτησε με πονηρό χαμόγελο και από τα μολυβένια της μάτια πέταξαν δέκα μπάιτς αστραπής.
Ο Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ, που κυκλοφορούσε τα τελευταία πενήντα χρόνια με το όνομα Μαντ Μαξ φον Σίντοφ, έξυσε το κρανίο του αμήχανα.
«Νε, μιλάο. Εζί ποζ το γκζέριζ όμοζ;» απόρησε. «Ίζε ζίγουρα η Πεπίτα-Ρίτα Μορένο Μεντόζα Χερέρα από τη Χουέλβα;»
Χωρίς να απαντήσει, η γριά τσιγγάνα άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε απαλά τον αγκώνα. Ένας κρότος ακούστηκε, διαφορετικός από τον προηγούμενο, κάτι σαν φλαπ.
«Κόπιασε μέθα θτο φτωχικό μου να θου φτιάκθω ένα τθάι. Ή δεν πίνεις τθάι;» του είπε.
Από την απάντηση του άντρα κρεμόταν η ζωή της. Ή και ο θάνατος της ζωής της.
«Νε!» αναφώνησε ο Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ, που κυκλοφορούσε τα τελευταία πενήντα χρόνια με το όνομα Μαντ Μαξ φον Σίντοφ.
Η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν τράβηξε προς το μοναδικό έπιπλο της καλύβας της, ένα τεράστιο κομοδίνο μεγαλύτερο από την καλύβα της, ένα κομοδίνο που έκανε πολλούς μαθηματικούς με ειδίκευση στην τοπολογία να τραβάνε τις κωλότριχές τους μέχρι του μήκους των 5 μέτρων και 42 εκατοστών, τάχα μου τάχα μου να πάρει το γκαζάκι με το μπρίκι και το τσάι για την παρασκευή, αν και ήταν τετάρτη, κακά τα ψέματα.
Αυτό όμως που επεδίωκε, ήταν να πάρει ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι, δώρο του γουίλυ, του μαύρου θερμαστή από το τζιμπουτί. Η κάρτα ταρό της κρίσης κινούσε πλέον τα νήματα του αργαλειού σ’αυτό το περίπλοκο παιχνίδι που παιζόταν ερήμην της Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν.
Ο άντρας στεκόταν ακόμα μπροστά στην πόρτα της καλύβας και παρατηρούσε υπνωτισμένος τις κινήσεις της. Στηριζόνταν πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο και οι κρότοι των κλειδώσεών του έσκαγαν σαν πυροτεχνήματα: πλαφ, μπαμ, σκρατς, χλαπ, γλιτς, τοκ.
Το παλιό τραύμα στο δεξί του αμελέτητο ξύπνησε πάλι και έστειλε ανατριχιαστικά σήματα σε όλη την περιοχή της λεκάνης, μα ο Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ τα αγνόησε και ετοιμάστηκε να μπει στην καλύβα της Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν με το αριστερό.
Ένας βόμβος, ένα τεράστιο σύννεφο σκόνης και η μυρωδιά από καμμένο λάστιχο εισέβαλε βίαια στην ρινοακουστική του χλωρίδα.
Το αριστερό πόδι του Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ έμεινε μετέωρο.
«ΠΟΥΤ ΔΕ ΚΟΤ ΝΤΑΟΥΝ ΣΛΟΟΥΛΥ» έκρωξε ο σερίφης της κωμόπολης Βαρδέιρα Σολ Κουέρος Ντε Γιάσου, Τζονυ Χολμς Βάισμιλλερ, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να επιβληθεί δίχως μεγάλη επιτυχία όμως λόγω των ασυναρτησιών που έλεγε και που δεν ήταν υπεύθυνος αυτός (να τα λέμε αυτά) αλλά το ξύλο που έτρωγε μικρός από την μητριά του, Μαρία Πουρία δον Λες Χόσετον. Τραγική ιστορία.
Η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν δεν είχε πάρει πρέφα, μπιρίμπα, πόκερ και μπλάκτζακ από τα έξω διαδραματιζούμενα καθώς το θολό μυαλό της πάλευε με το χέρι της για το μαχαίρι. Το κομοδίνο πάλι, παρακολουθούσε το σκηνικό αμέτοχο, καθώς σιγά και μην το ένοιαζε το βρωμοέπιπλο σιχτίρ.
«Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ! Στάσου!» είπε ο Τζονυ Χολμς Βάισμιλλερ. «Πού είναι η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν; Κινδυνεύει η ζωή σου!», συνέχισε.
Τα πουλιά στην πλαγιά του διάσημου αμμόλοφου της Βαρδέιρα Σολ Κουέρος Ντε Γιάσου, έφτιαξαν έναν παράξενο σχηματισμό.
Ο Τζονυ Χολμς Βάισμιλλερ, που ήταν το κωδικό όνομα –ειδικά για την κομητεία της Βαρδέιρα Σολ Κουέρος Ντε Γιάσου- του Τσακ Νόρις το γένος Φίλιπ Νόρις, έτριξε τα δόντια του απειλητικά και έφτυσε την προσταγή του στον μαρμαρωμένο άντρα κραδαίνοντας απειλητικά τη σφεντόνα του:
«Κάνε γρήγορα τρία βήματα πίσω και δύο σε πλαγιοδρομία και απάντησέ μου: Τι την έκανες;»
Ο παπαγάλος, που άκουγε στο όνομα παπα-γάλλος, φτεροκόπησε άτσαλα, προσγειώθηκε στον κυρτό ώμο της Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν, το μαχαίρι αναπήδησε στο συρτάρι του κομοδίνου, διέγραψε μία αλλόκοτη καμπύλη στον ηλεκτριΖμένο αέρα και καρφώθηκε………………
…………….. στον κώλο της. Ένα επιπόλαιο τραύμα, ικανό όμως να την οδηγήσει σε έναν απίστευτο οργασμό, σε μια έκρηξη ηδονής που ο μαζοχιστικός χαρακτήρας της Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν εγκόλπωσε με ανυπομονησία.
Με γρήγορες, βίαιες κινήσεις γδύθηκε μέσα σε δευτερόλεπτα, ξάπλωσε στο πάτωμα της βρώμικης καλύβας αδιαφορώντας για το ότι συνέβαινε έξω ή μακριά ή κάποτε και άρχισε ένα από τα γνώριμα τελετουργικά από τα οποία είχε αφεθεί πολλές φορές στο παρελθόν.
Με το δεξί της χέρι πίεζε το μαχαίρι στο γλουτό της και με το αριστερό έτριβε την κλειτορίδα της με απίστευτη σφοδρότητα, με ένα μένος τεράστιο, οδηγώντας την σε έναν δεύτερο οργασμό και μετά σε έναν τρίτο και σε έναν τέταρτο.
Από ένα σημείο και μετά έχυνε και ο χρόνος έχασε κάθε σημασία ή υπόσταση, ή για την ακρίβεια στάθηκε και ο ίδιος παράμερα να ερεθίζεται βλέποντας την Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν να ταλαντώνεται μεταξύ καύλας και πόνου.
Ο χρόνος αφαιρέθηκε τόσο πολύ, ώστε δεν κατάλαβε πότε ο Τζονυ Χολμς Βάισμιλλερ κοιτούσε τη δεξιά ρόγα και ο Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ την αριστερή, ή πότε οι δυο τους μπήκαν μέσα στην καλύβα.
«Ώστε είναι αλήθεια…» είπε ξεψυχισμένα ο Ζαν Κλωντ βαν Μπρίο Περκουέζ «…ΕΙΝΑΙ η Τσικίτα Ντολόρες ντελ Ριο Κοραθόν…» Πλησίασε πιο κοντά στο σφαδάζον κορμί της και πρόσθεσε: «Αυτή την κλειτορίδα θα τη γνώριζα από χιλιόμετρα.»
Ο Τζονυ Χολμς Βάισμιλλερ άπλωσε το δάχτυλό του στη μικρή λιμνούλα αίματος από το τραύμα, το έβαλε στο στόμα του και πλατάγισε τη γλώσσα του ηδονικά.
«Κι εγώ αυτή τη γεύση» μούγκρισε.
Η κάρτα της Κρίσης γουργούρισε πάνω στο κομοδίνο και είπε στον αφηρημένο χρόνο: «Είσαι για ένα πιάτο πατάτες τηγανιτές με αυγά;»
«Μόνο αν συνοδεύεται από μπύρα» της απάντησε ο χρόνος, ξυπνώντας απότομα από το λήθαργό του.
Παντός καιρού αράπη
Η παντός καιρού αράπη, αλλά και η πάσα αράπη ανεξαρτήτως καιρού αν θέτε να γενικεύσουμε, είναι το διάστημα μεταξύ της στιγμής που διαβάζετε αυτές τις γραμμές και της ημέρας για την οποία μιλάει παρακάτω ο ποιητής:
Kάποτε θα έρθει μία μέρα που όλοι θα ψιθυρίζουν «κυκλάμινο» και «θρόισμα» δίχως ίχνος μεταμέλειας,
παρά μόνο θα σκύβουν το κεφάλι ακολουθώντας το χνάρι ενός ξυπόλητου που πέρασε προηγουμένως
- σαν απομεινάρι αχλύος.
Βεβαίως δεν ξέρω τι ακριβώς δηλοί το να θέλετε να γενικεύσετε σε τέτοιου είδους θέματα, αλλά στου καθημαγμένου το σπίτι δεν μιλάνε για ομάδες αίματος.
Το λέει κι εδώ: κλίκυ
Ρεβυθάδα
Ποιοί άνθρωποι σου λείπουν περισσότερο;
Αυτοί της φθοράς που κατέληξες να αγαπάς και μισείς ταυτόχρονα στα άκρα; Ή οι άλλοι που δεν πρόλαβες να βαρεθείς αλλά εξαφανίστηκαν νωρίτερα από;
Έχω μπουχτίσει απ’αυτόν τον εγγενή ρομαντισμό των αντιφάσεων, έχω σιχαθεί αυτόν τον ίδιο τον επαμφοτερισμό.
Δεν με αφορά το λοίσθιο, αλλά το μέχρι τότε Τίποτα: Δε διαχειρίζεται.
Μάλιστα θα μπορούσα να το παρομοιάσω με την πολυπλοκότητα του κόσκινου του ερατοσθένη ( O(n(log n)(log log n)) ) : Απελπιστικά αργό για να καταλήξει σε κάποιον πρώτο.
Αν υπάρχει καν πρώτος.
Η μόνη βεβαιότητα είναι το μέχρι τότε Τίποτα.
Καμμία Σίβυλλα δεν ήταν στην υπηρεσία κανενός μαντείου, ποτέ.
Εν ολίγοις, είναι τυρρανικό το εν ολίγοις.
Αυτό το ετερώνυμό μου, ο Mersault
γράφει, γράφει ξαναματαγράφει και ανταπόκριση δεν παίρνει.
Ποτέ δεν κατάφερα όμως να τον αντικαταστήσω με κάτι καλύτερο.
Fill in the blanks
Ο προφορικός λόγος έχει μεγαλύτερη βαρύτητα του γραπτού λόγω της μυστικιστικής του φύσης.
Μέχρις που η ανθρωπότητα ανακάλυψε τους συμβολαιογράφους και τους δικηγόρους.
Έκτοτε το «σ’αγαπώ» υπογράφεται με αίμα παρουσία κάποιου ζωντανού μανιφέστο.
Μόνο αγάπη ρε μουνιά
Δεν είναι ένα απλό meme ή ένα σύνθημα πλαγιότιτλο.
Πρόκειται περί εντελέχειας η οποία έχει βαρύτητα δόγματος, περί σκαριφήματος κάθε αφετηρίας. Είναι μια διαδρομή προς το αντίθετο της αμεριμνησίας, η επαλληλία της ερωτικής ρητορικής. Η αμφιταλάντευση του ανέλπιστου στο πρόσωπο της Άλλης.
Είναι το θεμέλιο για κάθε επόμενο θραύσμα.

